Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Οδός Οιτύλου 3




Οδός Οιτύλου 3. Δεύτερος Όροφος. Το σπίτι με τα τέσσερα μακρόστενα παράθυρα και το κρυφό τραπέζι. Κρυφό και γαντζωμένο στα κάγκελα του στενού μπαλκονιού. Σχεδόν κρυφό και το μπαλκόνι. Η ευτυχία που έζησε μέσα σ’αυτό όμως ολοφάνερη και περίσσια. Θαρρούσε κανείς πώς χυνόταν στους δρόμους  απ’ τους σωλήνες που έτρεχαν τα νερά όταν πότιζε τις γλάστρες της. Θυμάμαι πως μου ‘χε φτιάξει ένα σκαμπό μικρό,  για να κάθομαι και να μου λέει ιστορίες. Σπάνια ευκαιρούσα να την επισκεφτώ με τις δουλειές και ΄κείνη όλο γκρίνιαζε , παραπονιόταν πως τάχα την ξεχνάω. Βέβαια, το ήξερε πολύ καλά πώς δεν ξεχνάω τίποτα, αφού εκείνη μου δίδαξε πώς να σώζω τη μνήμη και με τις πέντε μου αισθήσεις.
Την επισκεπτόμουν συνήθως στις γιορτές και σχεδόν δυο φορές την εβδομάδα κάθε άνοιξη που ο καιρός ευνοούσε τους περιπάτους . Όλο τον χειμώνα περίμενε την εκπλήρωση της τηλεφωνικής υπόσχεσής μου πώς θα την επισκεφτώ την πρώτη μέρα της άνοιξης με μερικά ζουμπούλια για να στολιστεί το σπίτι με αυτά και με νιάτα επ’ευκαιρίας , ξέρετε.
Πήγαινα , μου έψηνε ελληνικό και μου έλεγε πως για να ακούς τις ιστορίες , πρέπει να έχεις μια θέση. Μου έλεγε πως για να γίνεις μια ιστορία, πρέπει να έχεις μία θέση μέσα σ’αυτή και πως για να μην ξεχαστεί μια ιστορία πρέπει να μη χάσεις τη θέση σου. Έτσι μου έλεγε και με κάθιζε στο σκαμπό ,ύστερα πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι μουρμουρίζοντας ιστορίες διάφορες  και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα λουλούδια που της έφερνα και στόλιζε στο βάζο.
Ανέβηκα στο σπίτι. Οιτύλου 3.Δεύτερος Όροφος. Με ένα μπουκέτο μαργαρίτες.
Αφού πέρασα το κατώφλι του ψηλοτάβανου σπιτιού, ξεσκέπασα όλα τα έπιπλα απ’ τα σεντόνια και τα καλύμματα. Δε θα της άρεσε το σπίτι της να βρίσκεται σε αιώνιο ύπνο και να φαίνεται ακατοίκητο. Απ’ την περασμένη άνοιξη  η διαμονή του παππού  είναι αφόρητη μέσα στο σπίτι εκείνο, χωρίς αυτήν. Έρχεται μια στιγμή στη ζωή που τα πράγματα είναι συγκεκριμένα ,σαφή και αναντικατάστατα κόντρα στο νόμο της φυσικής που γεμίζει τα κενά που δημιουργούνται. Έτσι και εκείνος, παίρνοντας μαζί τα απαραίτητα ρούχα, την κολόνια λεμόνι ,τη χτένα της τσέπης και το ραδιόφωνο αποχώρησε από την οδό Οιτύλου, από το δεύτερο όροφο , του αριθμού 3.
Κάπου στο βάθος με οδήγησε το άρωμα  τριαντάφυλλου που άπλωνε στο δέρμα κάθε πρωί. Τώρα που το άρωμα σχεδόν ξεθύμαινε, η μυρωδιά δήλωνε παρούσα. Πλησίασα το μπαούλο στην άκρη της κρεβατοκάμαρας ,κάθισα στο σκαμπό και  ανοίγοντας το , βρήκα την περιγραφή , μα έλειπε το χρώμα της. Τώρα που έλειπε αυτή, ένα φουστάνι μακρύ με λουλούδια απ’άκρη σε άκρη , κάτι γιλέκα πλεκτά , δυο- τρία πολύχρωμα μεταξωτά μαντήλια, ένα κολιέ με πέρλες και ασορτί σκουλαρίκια, δυο ψαθάκια με κορδέλες, ένα ολόσωμο μαγιό, ένα κουτί με δαχτυλήθρες, βελόνια και κλωστές, ένα ζευγάρι γάντια κόκκινα  και ένα κουτί μεταλλικό μπισκότων βουτύρου γεμάτο με καρτ ποστάλ ,κάρτες και μερικά άνθη αποξηραμένα απ’αυτά που της έφερνα  , ανέλαβαν να μου πουν μερικές ιστορίες.
Πάει ένας χρόνος .
Τις αποστάσεις του χρόνου θέλω να τις διανύω, πιο πολύ από εκείνες του τόπου . Φορώντας το φόρεμα εκείνο, το μακρύ με τα λουλούδια απ’άκρη σ’ άκρη και τις πέρλες έφυγα απ το σπίτι και έκανα τον πρώτο περίπατο της άνοιξης σε ένα δρόμο της Αθήνας, γεμάτο με απλωμένα ασπρόρουχα. Λες και οι νοικοκυρές συμφώνησαν την ίδια μέρα να απλώσουν τις ιστορίες τους η καθεμιά, ανάποδα για να στεγνώσουν στον πρώτο ειλικρινή ήλιο του χρόνου.
Θυμάμαι μου έλεγε πως η άνοιξη είναι περισσότερες φορές από μια μέσα στο χρόνο. Ήξερε.
Κάποιοι την ορίζουν την πρώτη του Μάρτη , κάποιοι την πρώτη μέρα μετά από μια σειρά ημερών αδιάκοπτου ήλιου και κάποιοι νιώθοντας ευτυχία μέσα σε δυο χέρια, σε δυο μάτια, σε μια ιστορία που ποτέ δεν έχασαν τη θέση τους.
80 χρόνια άνοιξης





(Το κείμενο με τίτλο ''Οδός Οιτύλου 3'' θα δημοσιευθεί στο ανοιξιάτικο τεύχος του περιοδικού ''Μητροπολιτικές Ιστορίες'' από την κάτοχο  αυτού του ιστότοπου-εμένα-  Σταυρούλα Παπαδάκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου