Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Καραμέλες (Αντιθέσεις 3ου τεύχους Λύκοs)


(αντιθετικό ζεύγος τεύχους Αφέλεια -Καχυποψία)




Καραμέλες.
(αφέλεια)

Έφτανε κάθε μέρα την ίδια ώρα. Τα είχε υπολογίσει όλα. Την ώρα που θα ήταν και θα έπαιζε έξω εκείνη. Την ώρα αυτή που ο κόσμος γύρω της θα ήταν ελάχιστος. Την πρώτη φορά φορούσε μονόχρωμα, σκούρα ρούχα και εκείνη φοβήθηκε να πλησιάσει. Όσο τα χρώματα πάνω του ήταν πιο φωτεινά, εκείνη πλησίαζε ολοένα και πιο θαρραλέα.
Μια μέρα, έφτασε κοντά του. Τους χώριζαν τα κάγκελα του σχολείου.
Με τα δυο μεγάλα μάτια της προσπαθούσε να ανιχνεύσει ποιος ήταν αυτός και από πού ερχόταν.

¨Πώς σε λένε¨;
¨Δεν μπορώ να σου πω¨.
¨Μα αν δε μου πεις το όνομά σου, δεν μπορούμε να παίξουμε¨.
¨Δε θέλω να παίξουμε. Εγώ απλά ήθελα να σε δω και να σου δώσω αυτά¨.

Το κορίτσι δίστασε. Εκείνος έβαλε στις χούφτες της δέκα πολύχρωμες καραμέλες.

¨Φύγε τώρα, πήγαινε να παίξεις με τους φίλους σου¨.

Το κορίτσι γύρισε πίσω κρατώντας σφιχτά στα χέρια του τα γλυκίσματα. Τα γλυκά αυτά ήταν περίτρανη απόδειξη πως μίλησε σε κάποιον άγνωστο. Δεν έπρεπε ούτε να τα φάει , ούτε να τα πάει σπίτι. Η μητέρα της και πιο συχνά η γιαγιά της, της έλεγαν να μη μιλά σε αγνώστους.
Βέβαια ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Η καλύτερή της φίλη η Αγγελική, ήταν άγνωστη την πρώτη μέρα της σχολικής τους χρονιάς. Τώρα είναι η καλύτερη της φίλη. Τα μαθηματικά και η έκθεση ήταν άγνωστα σε αυτήν και τώρα της είναι απαραίτητα για να μπορεί να παίρνει σωστά τα ρέστα και να γράφει τις σκέψεις της στο χαρτί.

Δεν καταλάβαινε γιατί το άγνωστο έπρεπε να το αποφεύγει.

Έτσι, κάθε μέρα εκείνος ο κύριος ερχόταν και εκείνη πήγαινε και μάζευε τις καραμέλες του.

¨Για πες μου, αυτά που σου δίνω τα τρως;¨
¨Όχι, κύριε, τα μαζεύω¨.
¨Γιατί τα μαζεύεις; Αφού δεν τα τρως , σου είναι άχρηστα¨.
¨Μου αρέσουν τα χρώματα κύριε. Μου αρέσει να ανοίγω το σακούλι μου και να βλέπω πώς γίνονται περισσότερα όσο περνούν οι μέρες¨.

Ο κύριος αυτός δεν ξαναήρθε από τότε. Κατάλαβε πως το κοριτσάκι του μεγάλωνε και πως οι καραμέλες που του έδινε , δεν έφταναν πια για να νομίζει πως έχει κάποιο πατρικό πρότυπο να μιμηθεί.

Το κορίτσι μεγάλωνε και έκανε το άγνωστο, γνωστό. Πολλές φορές είχε εξαπατηθεί, άλλες είχε κερδίσει. Χρόνια ολόκληρα περνούσαν και εκείνη αντάλλαζε κουβέντες με ανθρώπους όλων των ηλικιών. Πολλοί περαστικοί προσπέρασαν τα κάγκελα της, άλλοι κοντοστάθηκαν για λίγο, μερικοί της έδωσαν καραμέλες, μερικοί πρόφεραν το όνομα τους άφοβα και φώναξαν δυνατά το δικό της, λίγοι πέρασαν τα κάγκελα και έπαιξαν μαζί της γελώντας και τρέχοντας μια ολόκληρη ζωή.

Το κορίτσι μεγάλωνε και μάζευε αντικείμενα , πράξεις, λόγια , πρόσωπα.

Δεν ήταν αφελής. Ήξερε πως για να έχει ζωή θα έπρεπε να την εμπιστεύεται και να μην τη σκορπίζει. Ήξερε πως η αφέλεια η δική της ήταν η εμπιστοσύνη μιας αθώας καρδιάς.

Κάθε τόσο άνοιγε το σακούλι. Της άρεσαν τα χρώματα. Της άρεσε να ανοίγει το σακούλι της και να βλέπει πως αυτά γίνονται περισσότερα , όσο περνούν τα χρόνια.






Σταυρούλα Παπαδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου