Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΟΥέΝΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΟΥέΝΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

To γράμμα.


Δες:  A Letter to Heaven
Άκου: That Home – Cinematic Orchestra
http://www.youtube.com/watch?v=-wlwII_thtQ

Γράμμα.

Να φύγω ήθελα και όλο κάτι προέκυπτε. Μια να περάσω από το περίπτερο της γειτονιάς, μια που μου λυνόντουσαν τα κορδόνια. Αυτά έφταιγαν και δεν έφευγα και περνούσαν οι μέρες.
 Στα σκαλιά της εισόδου είχαν μαζευτεί εφημερίδες ένα σωρό. Αρκετές αποδείξεις της αδιαφορίας μου για να μάθω τι συμβαίνει στους γύρω. Τις προσπερνούσα, πού και πού τις πατούσα με τα λασπωμένα μου παπούτσια και ανέβαινα φευγάτη τα σκαλιά που οδηγούσαν σπίτι. Δεκαπέντε ήταν τα σκαλιά, τα είχα μετρήσει όταν ανέβαινα βαριεστημένα, όταν κατέβαινα σκοντάφτοντας, όταν ανυπομονούσα να επιστρέψω. Σίγουρα δεκαπέντε.
Πού και πού έκανα μια στάση στην είσοδο να ψαχουλέψω τους φακέλους. Οι λογαριασμοί είχαν μαζευτεί ήδη και ο μήνας δεν είχε προλάβει να αλλάξει. Τι κρίμα που δε δέχομαι όπως παλιά γινόταν, γράμματα. Γράμματα σε φακέλους διάφορους, με χαρακτήρες καλλιγραφίας , με γραμματόσημα επιλογής, με αποστολέα και παραλήπτη προσωπικούς, από αγαπημένους φίλους. Τίποτα δεν είχε φτάσει  για μένα. Μόνο για το σπίτι μου ερχόντουσαν γράμματα και αριθμοί αμέτρητοι και εγώ τι να απαντήσω;
Μια φορά, ένιωσα άσχημα και σκέφτηκα πως δεν είναι της ανατροφής μου να αδιαφορώ έτσι για αυτούς που με αναζητούν. Και είπα να πάρω έναν από αυτούς για να απαντήσω.
¨ Αγαπητέ κύριε ΟΤΕ ,τι κάνετε; Πώς είστε; Εγώ μαγείρεψα σήμερα μια κούπα ρύζι και περιμένω να έρθει Τετάρτη που έχουμε λαϊκή για να αγοράσω ένα βασιλικό για το μπαλκόνι. Βλέπετε ,το καλοκαίρι μου μαράθηκαν όλα σχεδόν και τώρα είναι που είναι και μια σταλιά το μπαλκονάκι μου, είναι και ξεραμένο.  Έχετε παιδιά; Εγώ ένα, αλλά μου είναι μακριά. Μου λείπει , ξέρετε. Αλλά θα μου πείτε, σε ποια μάνα δε λείπουν τα παιδιά της. Πια δε μιλώ σε κανέναν. Μόνο σε αυτόν  και σας ευχαριστώ για αυτό μιας που χωρίς εσάς δε θα ήταν εφικτό όπως καταλαβαίνετε. Δυο λέξεις λέω όλες και όλες: ¨Τρώς;¨, ¨Σε αγαπώ, να προσέχεις¨ και το κλείνω. Ίσως ,μερικές φορές στέκομαι λίγο παραπάνω, για να πω την αλήθεια, αλλά εσείς μητέρα θα έχετε, θα ξέρετε πώς είναι. Τι να σας πω, ίσως αρχίσω να στέλνω γράμματα. Απλώς ξέρετε τα γράμματα αργούν και εκείνος μου λείπει. Δεν μπορώ να σας πληρώσω. Μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, κακία δε θα σας κρατήσω. Απλώς, δεν μπορώ και ξέρετε σας λέω την αλήθεια, γιατί μου λείπει. Φιλικά, Αλίκη¨.
Αυτό έγραψα, το δίπλωσα στα δυο και το έβαλα μέσα στο φάκελο. Το έστειλα, μα απάντηση δεν πήρα καμιά. Πάνε τρεις μέρες που μου το έχουν κόψει και από σήμερα θα αρχίσω να του  γράφω γράμματα. Πήρα και μερικούς γαλάζιους φακέλους σήμερα επιστρέφοντας από τον βιβλιοπώλη.
Να φύγω ήθελα και όλο κάτι προέκυπτε. Μια που τα μαλλιά μου ήταν άβαφτα, μια που το καλό μου το φόρεμα δεν ήταν σιδερωμένο. Αυτά έφταιγαν και δεν έφευγα και περνούσαν οι μέρες. Πώς να πάω στο παιδί έτσι όπως έχω γίνει; Τι θα πει;
Μεγαλώνω και μικραίνω. Πια δεν ξέρω αν είμαι μητέρα ή παιδί. Αποκοιμιέμαι στον καναπέ και δεν πάω στο κρεβάτι μου, ξεχνάω να τρώω επειδή ζω στον κόσμο μου, στεναχωριέμαι εύκολα και βάζω τα κλάματα θέλοντας να με κανακέψουν. Έχω χαμηλώσει την οροφή μου και τα πόδια μου είναι κοντά. Τα θεμέλια μου βάστηξαν γερά όλα αυτά τα χρόνια, μα δεν παύει να είμαι ένα γέρικο σπίτι με μια κυρία που στέκεται στο παράθυρό της συχνά για ένοικο.
Το παιδί μου χάνει τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και εγώ τα αντίστοιχα της ενηλικίωσης του.
Τα γράμματα που του πάνε τα στέλνει μια άλλη που έχει φορέσει τα χέρια μου. Είναι όμορφη, χαμογελαστή και αισιόδοξη. Είναι πιο άνετη οικονομικά και φορά ένα καθαρό, σιδερωμένο καινούριο φόρεμα χρώματος μωβ. Εκείνη θα πάει να τον βρει με τα χέρια μου κάπου στη βροχερή Γερμανία. Και εγώ  θα μείνω εδώ να μου τα επιστρέψει με λίγη από την αγάπη του.
Στην είσοδο μπαίνοντας , έπεσα πάνω σε ένα γράμμα που ήταν για μένα τόσο μεγάλο όσο ένας βράχος. Ο παραλήπτης ήμουν εγώ , η Αλίκη και ο αποστολέας ο Σπύρος Χρήστου. Ανέβηκα τα σκαλιά ανυπόμονα. Νομίζω πως  ήταν περισσότερα τα σκαλιά αυτή τη φορά. Ίσως 17. Και έσκισα το χαρτί που με κρατούσε μακριά από το μυστικό.
¨Αγαπητή Αλίκη,
Είμαι ο Σπύρος όπως θα είδες.Να φτιάξεις το μπαλκόνι σου και να τον γεμίσεις βασιλικούς που μυρίζουν ωραία. Έχω και εγώ δύο εδώ. Έχω και κάτι γεράνια κόκκινα και ροζ. Ξέρω πως είναι οι μάνες. Ξέρω πως είναι οι γονείς. Και εμένα μου λείπει. Είναι στο Άμστερνταμ εδώ και λίγους μόλις μήνες. Δεν είσαι μόνη. Εμένα μπορείς να με ξεχάσεις και να θυμάσαι την παρηγοριά μου. Πάρ ‘ τον τηλέφωνο. Φιλικά, Σπύρος¨.

Τον πήρα τηλέφωνο και φορούσα ένα καθαρό , σιδερωμένο, μωβ φόρεμα. Τα μαλλιά μου ήταν μαζεμένα και η καρδιά μου απλωμένη στέγνωνε. Να φύγω ήθελα ,μα αυτή η πόλη κατοικείται ακόμη από μερικούς ανθρώπους. Θα μείνω εδώ για να έχει κάποιον να τον περιμένει να γυρίσει.



Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Λευκή Κατοικία


Άκου: Pyramid Song- Radiohead
‘’And all the things I used to see
All my lovers were there with me
All my past and futures
And we all went to heaven in a little row boat
There was nothing to fear and nothing to doubt’’



Λευκή Κατοικία
Το βλέμμα της ήταν σαν ένα δωμάτιο που πρόσφατα είχαν αφήσει οι ένοικοι για αλλού. Σαν ένα δωμάτιο που το είχαν αφήσει με τα έπιπλα καλυμμένα με λευκά σεντόνια. Ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα είχαν αφεθεί σε αυτό το δωμάτιο και αυτά είτε άχρηστα ,είτε επίτηδες ξεχασμένα. Την κοιτούσα και δεν πίστευα πως ήμουν ο νέος ένοικος. Δεν ήξερα πού και αν έπρεπε να τοποθετήσω τα δικά μου πράγματα. Από τα λίγα που μπορούσα να διακρίνω , σκαρφιζόμουν ιστορίες μιας ζωής  με πόδια, επίγεια.
Η αμηχανία, υπάρχουν φορές που υποδηλώνει ειλικρίνεια στο χώρο. Άραγε μπορούσε να καταλάβει την αλήθεια που προσπαθούσα να χωρέσω στη στιγμή εκείνη άτσαλα;
Ήταν καθιστή μπροστά στην τηλεόραση. Το κορμί της ήταν σαν μια καρέκλα κουνιστή. Μπρος πίσω, μπρος πίσω, μπρος πίσω ρυθμικά , να γαληνεύει η ένταση της ανάσας που έτρεχε σχεδόν να ξεφύγει από το σώμα. Οι κόρες των ματιών ακίνητες. Δεν αντιδρούσαν στο φως της οθόνης, στην εναλλαγή του χρώματος, στην αυξομείωση της φωνής.
Η δική μου φωνή πώς θα βοηθούσε; Αναρωτιόμουν η δική της φωνή αν είναι βαμμένη από την τρέλα. Αναρωτιόμουν τι την έφερε ως εδώ, μπροστά μου, να της ξεκλειδώσω για λίγο το κλουβί για να κάνει δυο ή και τρεις βόλτες στην κανονικότητα που θα τις προσέφερα ανάλογα τη βάρδια, τις ώρες εργασίας μου, την όρεξη μου και ύστερα να την οδηγήσω ξανά μέσα σε αυτό ανανεώνοντας  το ραντεβού μας για την επόμενη μέρα.
Εκεί θα ήταν. Με αυτή τη γαλάζια ρόμπα και το κομποσκοίνι στο χέρι. Μάλλον οι προσευχές της δεν έπιασαν τόπο. Ο ναός της έμεινε άδειος και κατοικήθηκε από στοιχειά που προσπαθεί να ξορκίσει επιβιώνοντας και μόνο την κάθε μέρα.
Μου ζητήθηκε να της διαβάζω λίγο από ένα βιβλίο της επιλογής μου. Μου είπαν πως δεν έχει σημασία το είδος, ίσως και να μην αντιλαμβάνεται κάθε μου φράση. Μου είπαν πως θα της έκανα καλό , καθώς δε μιλά σε κανέναν, απλά κάθεται αμίλητη και κοιτάζει πότε την τηλεόραση, πότε τις παντόφλες της και κάποτε τα πουλιά που πλαισιώνονταν από το παράθυρο του σαλονιού.
Είπα, να της διαβάσω ποίηση.  Έφερα το βιβλίο μου με μεταφρασμένα ποιήματα της Sylvia Plath. Φορούσα ένα χρωματιστό φόρεμα. Ήλπιζα έστω και ένα από αυτά να της τραβήξουν το βλέμμα πάνω μου. Να νιώσω την ακοή της να επικεντρώνεται σε μια μου λέξη, ίσως σε μια πρόταση.
Με ήρεμη , καθαρή φωνή ξεκίνησα:

¨Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά
Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας
Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.
Δεν αναμένω ένα θαύμα
Ή ένα ατύχημα
Να πυροδοτήσουν την όραση
Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω
Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,
Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,
Χωρίς τελετή, ή οιωνό.


Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,
Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,
Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:
Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα
Να ξεπηδήσει λευκόπυρο
Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα
Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε
Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–
Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα
Αλλιώς ασυνεπές

Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,
Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ
Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει
Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας
Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει
Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει….¨

¨Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο.
Της απόλυτης ουδετερότητας.¨

Ξαφνικά, η φωνή μου κόπασε. Ο ρυθμός χάθηκε και μια άλλη φωνή , ξένη , απόκοσμη συνέχισε. Ήταν η δική της. Αυτός ήταν ο στίχος που συνέχιζε, οι λέξεις ήταν στη σωστή σειρά και εγώ ακίνητη με το βιβλίο στα χέρια και το χρωματιστό φόρεμα ξέφευγα από τη σειρά εκείνη που με είχαν βάλει να περιμένω για μια απάντηση.
Βυθίστηκε ξανά στη σιωπή. Αυτή τη φορά το ίδιο έκανα και εγώ. Η ώρα μου εκεί τελείωσε. Κατευθύνθηκα προς τη γραμματεία, σαστισμένη, με ένα μούδιασμα.
¨Ο μισθός σας¨, μου είπε ο κύριος πίσω από το γραφείο.
¨Πείτε μου σας παρακαλώ, η κυρία Ελένη, πώς έφτασε εδώ¨;
¨Δεν μπορώ να σας δώσω τέτοιου είδους πληροφορίες. Μπορώ μιας που εργάζεστε εδώ, μόνο να σας πω , πως πρέπει να απολαμβάνει την παρέα σας. Ήταν καθηγήτρια λογοτεχνίας σε ένα σχολείο λίγο πιο έξω από εδώ. Χάθηκε η οικογένεια της και…¨
Πήρα τα χρήματα μου και κατευθύνθηκα προς τα έξω.
¨Ήταν καθηγήτρια και δούλευε λίγο πιο έξω από εδώ¨.
Τώρα δουλεύει έξω από τον εαυτό της , υφαίνοντας νήματα και κάνοντας τρύπες για κάτι που δε θα φορεθεί ποτέ από κανέναν. Πού και πού λησμονεί το τιτίβισμα πουλιών , έξω από το παράθυρο , την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς σε μια τάξη γεμάτη ζωή.
Άφησα τη λευκή κατοικία και ξέχασα σε αυτή ένα προσωπικό αντικείμενο επίτηδες.

*(Το ποίημα είναι μετάφραση της Sylvia Plath, από την Κατερίνα Ηλιοπούλου, ‘’Μαύρος Κόρακας στη βροχή)