Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Απόσπασμα.

Σοδειά Πενθούσα

Τα μάτια άστραψαν και έπεσε βροχή αδιάκοπη. Δε δόθηκε φιλί, δεν προστατεύτηκε το σώμα από ομπρέλα. Εκτεθειμένο ρήμαξε και χάθηκε σοδειά εποχική συναισθημάτων.(...)

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Προσέχετε πού πατάτε.

Όλα ήταν απλωμένα.Το ένα δίπλα στο άλλο. Κάπου , κάποτε δε χωρούσαν άλλο και έφτιαξαν δεύτερες και τρίτες στρώσεις από αυτά. Μας είπαν, ''μπαίνοντας , προσέχετε πού πατάτε''. Φανταστήκαμε πως κοιμάται κάποιος και ότι εμείς δεν έπρεπε να τον ξυπνήσουμε. Χώρος δεν υπήρχε να πατήσουμε, μονάχα πάνω σε αυτά για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Πατώντας τα, ακούγονταν κρότοι, σαν βόμβες που σκάνε, τη στιγμή της επίθεσης. Μάλλον, θα τους ξυπνήσαμε με τόσο θόρυβο. Θα τους ξυπνήσαμε, αυτούς που έκαναν όνειρα και που αφήνοντας τα  να στεγνώσουν, τους πήρε ο ύπνος, για χρόνια εκατό.Μας είπαν: ''Μπαίνοντας, προσέχετε πού πατάτε'' και εμείς δεν προσέξαμε, στεγνά τα παρασύραμε στο διάβα μας.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Κάθε Μέρα.


Έτσι να συναντιόμαστε τυχαία
στις γωνιές των τετραγώνων 
πότε να κοντοστεκόμαστε 
και πότε να περνάμε βιαστικά.

Να δίνουμε τα χέρια μηχανικά 
να τ'αποσύρουμε 
την ίδια ώρα με τα λεωφορεία τ'αστικά
όταν και αυτά δεν έχουν να κουβαλήσουν κανέναν και τίποτα.

Μ'ένα νεύμα ν'αποτραβιόμαστε δειλά
και οι ήλιοι να κρύβονται τα δειλινά από συνήθεια
Τα εισιτήρια μας βουτηγμένα στα βρόμικα νερά
δε φαίνεται η ώρα και από πού ήρθαν.

Φτάσαμε και φύγαμε χωριστά
μα ευχηθήκαμε κρυφά
έτσι να συναντιόμαστε τυχαία
στις γωνιές των τετραγώνων
πότε να κοντοστεκόμαστε 
και πότε να περνάμε βιαστικά 
με χέρια που δεν αντέχουν να κουβαλήσουν κανέναν και τίποτα.

Φάντασμα.

''Φαντασιόπληκτη'' με αποκαλούσαν.


Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί,καθώς η φαντασία μου δεν μου προκαλούσε πλήξη ποτέ.



Φαντάστηκα ότι το φάντασμά σου φαντάζει φανταστικό 


και δε θυμάμαι πότε άρχισα να διαπερνάω 


τοίχους με ευκολία.


Τις πόρτες τις μισάνοιχτες δεν ήξερα πώς να χτυπήσω,


αναρωτιόμουν :


''Άραγε,είναι η ώρα μου να μπω'';


Πού χρόνος για ''περάστε'' τόσοι που μπαινοβγαίνουν.


''Φαντασιόπληκτη'' με αποκαλούσαν.


Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί, καθώς το πλήγμα της ημίπαρξης σου αφάνταστο.


Κόντευα να ξεχάσω να πω  :  ''Ήρθα''.



Φουστάνια.

Χάζευα τα φουστάνια τους με τις ώρες.


Κάποια πουά που το γαζί τις βούλες έκοβε στη μέση ,στις ραφές και γίνονταν αυτά τα μετρημένα 


μισοφέγγαρα σε υφάσματα με αμέτρητες πανσεληνους.  


Και κάποια άλλα με λουλούδια απ'άκρη σ'άκρη-θαρρείς πως στα τελειώματα κρεμόντουσαν κοτσάνια 


και πώς στα στήθη τους μαζεύονταν τ'αποστάγματα. 


Τα ριγωτά εκείνα τα πολύχρωμα, τα δίχρωμα-


σε γραμμές παράλληλες αυστηρά τα χρώματα φυλακίζουν


Θεέ μου,ας πιάσει μια βροχή να στάξουν το ένα μέσα στ'άλλο!


Κι ύστερα το αεράκι αυτό αθώα να αποκαλύψει τα πόδια αυτά του σώματος που κρέμεται ο 


κόσμος.