Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Αίγλη

Εύχεσαι να αλλάξεις δέρμα.
Ξεβράζοντας το στην άκρη του δρόμου,μια μέρα να μηδενίσεις από ουλές και συρσίματα στο έδαφος.
Η λογική και το θυμοειδές σου τώρα σπαρταρούν κομμένα στα δυο από την κάννη του όπλου που σημάδεψε.
Παλεύουν να ζήσουν τραβώντας μεταξύ τους πορεία αντίρροπη.
Στη μέση εσύ, ξεψυχώντας,δε δηλητηριάζεις, έρπουσα αίγλη.
Από τον φόβο τους, δηλητηριάζεσαι.
Δεν πρόλαβες να ξαναγεννηθείς, άλλαξες πεθαίνοντας.

Tο όπλο

Κι αν κάποτε τραβήξεις λάθος όπλο, εκείνη την ύστατη στιγμή της άμυνας, πες πως επρόκειτο για μια νίκη παραπαίουσα υπό συνθήκες λάθους. 
Ύστερα πέσε και θρήνησε την αδυναμία επιλογής,
 γνωρίζοντας.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Άθελα


Ποια είναι αυτή που λογαριάζεις;
Αυτή η ξένη, εκείνη η μεγαλόσωμη;
Ποιά είναι εκείνη που σου μοιάζει
μα εσύ δεν είσαι;
Δεν ήσουν έτσι χθες,ούτε προχθές,
δε θα΄σαι έτσι αύριο.
Έτσι όπως την κοιτάς 
δε μοιάζει τόσο ξένη
και δείχνει πως μεγάλωσε
πώς άλλαξε το σχήμα
και οι τούφες της μάκρυνανε και φτάσανε τα στήθη 
άθελα σου,
           της,
           του καιρού.

Ποια είναι εκείνη που κοιτάζεις
και ξέρει πως την ξέρεις
κοιτάζοντας καλά τα μάτια της; 
Ποια είναι εκείνη που διστάζεις
να της πεις:
¨Εγώ είμαι, μεγάλωσα¨.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Σ'εκείνο το σπίτι







Να έρθει η μέρα αυτή που θα μπεις μες στο σπίτι εκείνο. 


Εκείνη η μέρα, πιο σημαντική θα είναι απ'την πρώτη μέρα που 'χες μπει σ'εκείνο το σπίτι.


Και 'γω θα προσέχω όπως όλες τις ενδιάμεσες μέρες.


Θα προσέξω πως αδιάκοπτα ερχόσουν να με προσέξεις ,


ίσως με διαφορά λίγων λεπτών,


ίσως μισής ώρας,


πάντα όμως στην ώρα σου.

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Εφιάλτης.

Ανέμιζαν οι τούφες των μαλλιών της.


Σεμνά ντυμένη ήταν.


Δυο χέρια βαριά της έκλεισαν το στόμα.






Εκείνος ο εφιάλτης αυτό που ήθελε το πήρε.


Αυτά παθαίνουν όσες έχουν προκλητικά όνειρα.

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Το αγκάλιασμα του κισσού.

Σαν κισσός αναρριχήθηκε απ'άκρη σε άκρη.

''Το πιο όμορφο κτίριο'' έλεγαν, ενώ αυτό πνιγόταν.


Χαμήλωνε και έλεγες πως κρύβουν τα θεμέλια 


έναν άνθρωπο που 'χε χτιστεί καιρό.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Δίχως Ύφεση.

Στρόβιλος- το σώμα γυμνό μες στην κουρτίνα 


προσωρινό κουκούλι.


Μεταμόρφωση -ξεσκέπαστη η ομορφιά στα μάτια του ηδονοβλεψία τα ορθάνοιχτα. 


Η διαμονή της αγρύπνιας- εποχική.


Πάει καιρός, που έπαψε το μέτρημα προβάτων.


Τέσσερις καμπύλες έρωτας οφθαλμοφανής-τα μάτια.


Δεν είχα να μετρήσω τίποτα-περίμενα ως το ξημέρωμα


Να σπείρω φως σε δυο κομμάτια γη,


να φάω κάτω απ'το δέντρο τους καρπούς το μεσημέρι.


Σώματα πλεκτά, ξέμπλεκαν το κουβάρι


παραμύθια αρχινούσαν


για πιάνα με λαλιά


για αγάπες δίχως ύφεση.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Στάχτες.




Σαν χτες
σαν χτες
Σκαλίζαμε τις στάχτες
Δεν ξέρω πώς καήκαμε
ως το πρωί 
Πλαγιάσαμε μαζί τους
Καλύψαμε το σώμα 
απ'άκρη σε άκρη.
Μ'ένα φεγγάρι άσπρο,γεμάτο
απ'το χρόνο
παραμυθιαστήκαμε.
Γυρνούσε τις σελίδες 
σε κουνιστή καρέκλα
και τρίζανε τα πόδια της σαν τα δικά μας
ικανά για ταλάντωση μπρος πίσω μόνο.

Δεν ξέρω πώς καήκαμε 
ως το πρωί
πριν ζήσουμε
θέλαμε να ξαναγεννηθούμε.






*''Κατά την ταλάντωση το σώμα επανέρχεται σε ίσους χρόνους, στις ίδιες θέσεις με τις ίδιες ταχύτητες και επιταχύνσεις''

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Κουτσό.





Φτερουγίζοντας τα ψαλίδια 
θα πετάξουμε 
το κουδούνι πριν χτυπήσει.
Σαν μάθουμε την έννοια της πρόσθεσης 
η ηχηρή βέργα θα σιωπήσει.
Με δυο πόδια θα διανύσουμε
γωνιά γωνιά την τάξη
άτακτα.
Μέχρι η αυλή να κλείσει
με επιβλητικές φωνές
σειρές από μονόπρακτα.
Αδειάζουν οι χελιδονοφωλιές
όταν καπνίζουνε τα σπίτια
την άνοιξη ταϊζουν οι μάνες στα σπουργίτια
και άλλοι ψάχνουν ακόμη τη ζέστη στο φευγιό.
Η παράδοση δε φτάνει τον καιρό
αμέτρητα διαλείμματα για μήλα και κουτσό.
κερδίζουμε και χάνουμε ζωές
Με δυο χέρια ύστερα κουβαλάμε τις απώλειες 
στο ένα πόδι
περνάμε τα χρόνια
μετρώντας αντοχές.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Αειθαλές Χάδι


Μου'πες μην αφήσω το σπόρο ακάλυπτο στη γη-τ' άφησα-και βρήκε και άνθισε.
Αειθαλές χάδι το κενό που γεμίζει.
Είπες να μην αφήσω το πρόσωπο ξεσκέπαστο
Έτσι μου'πες-και το σεντόνι ίσα που έφτανε να καλύψει τα γόνατα.
Αυτά μάτωναν πέφτωντας απ'τους γκρεμούς
και τα πέλματα πατούσαν το ματωμένο φεγγάρι του Αυγούστου.
-το πρόσωπο το άφησα -και αυτό άπλωσε ρίζες ανάμεσα σε δυο χέρια.
Θα κοιτάξουν μια μέρα τα χέρια σου
απολιθωμένα δάκρυα-θα πουν
οι γραμμές τους 
και ΄συ θα πεις-η μοίρα μου.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Τα δυο σου χέρια.


Φαίνεται τα χέρια της' θέλαν χάδια.
Κάτι είχα υποψιαστεί αλλά σε χρόνους που γρήγορα περνούν
τα χάδια είναι και αυτά περαστικά και ξένα.
''Βάλε μου να φάω'', ''Θα αργήσω,μη με περιμένεις''
Τι κρίμα που οι χρόνοι γρήγορα περνούν
τα δάχτυλα μακραίνουν
ξεμακραίνουμε και 'μεις.
Πόσες φορές με μάλωσες
που έτρεχα και άφηνα τον κόσμο άνω κάτω
με δάχτυλο τρεμάμενο,έλεγες να μαζέψω.
Φαίνεται πως οι μανάδες λιγόστευσαν
γι'αυτό να σε προσέχω.
Αγριολούλουδα τα χέρια σου
χωρίς κανάκεμα,χωρίς νερό
γεμίζουν τα χωράφια.
Πες μου μάνα,τι να τα κάνω εγώ τα τριαντάφυλλα;
Φαίνεται τα χέρια της'θέλαν χάδια
Κάτι είχα υποψιαστεί,αλλά σε χρόνους που γρήγορα περνούν
τα πόδια γρήγορα περνούν,τα χέρια παρασύρουν.
Μα εσύ πάντα περίμενες μ'ένα πιάτο φαϊ
πάντα στην ώρα σου,χρόνια νηστική
Και 'γω όπως σου'πα άργησα
να σε ταϊσω χάδια.


* εμπνευσμένο από το κείμενο του Μ.Γκανά ''Τα χέρια''.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Ρολόι Χειρός


Δε θα του'χαν κλέψει τα χρόνια.
Θαρρώ πως όχι.
Θα τα κοίταζε ακόμη
περιμένοντας τον ελληνικό καφέ
περιμένοντας την Ηλέκτρα στο φανάρι 
όπως πάντα
περιμένοντας.
Δε θα του'χαν κλέψει τα χρόνια.
Θαρρώ πως όχι.
Θα τα μετρούσε ακόμη μέχρι την ώρα του ραντεβού
μέχρι την ώρα εκείνη, την ώρα εκείνη,
που θα'ταν τα χρόνια πουλιά και εκείνος δύση.
Δε θα του'χαν κλέψει τα χρόνια.
Όχι.
Θα τα ακουμπούσε τις νύχτες με μάτια κλειστά 
δίπλα στα γυαλιά,δίπλα στα ψεύτικα δόντια
Αβοήθητος και αληθινά λειψός
ελαφρόπετρα σε γαλάζιο με ζάρες.
Δε θα του'χαν κλέψει τα χρόνια.
Τα χρόνια εκείνα αντανάκλαση φωτός
λουρί τρύπιων επιλογών
λουρί σφιχτό όταν χανόταν ο σφυγμός.
Τώρα άδειος ο καρπός
μετρούν οι ώρες βήματα
οι εποχές ανάσες
Εφυγε σαν αυτόχειρας 
Πίστεψε χωρίς ρολόι χειρός
πως χρόνια είχε αργήσει

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Να Ξημερώνει Λευκό


Στον κόρφο κρυφά 
φανέρωμα θεού
που πλύθηκε σε έλος λύπης ελλειπές.
Ύστερα χάθηκε το ξημέρωμα
στο τρίξιμο της πόρτας
που άνοιξε και μύρισαν δέσμες φωτός
στα βάζα.

Τα μάτια μου δεν είδανε 
ποιος πρόβαλε στην πόρτα.
Γρίλια μισάνοιχτη 
γρυλίσματα
που γέμισαν με φόβο τη φοβέρα.

Δέσμες ισχνές 
Οι δέσμιοι ισχυροί
Τις κόρες τους
δε χαιρέτησες στην πρώτη γνωριμία
Τώρα δένουν τα άκρα σου με μάτια κλειστά
σε τέσσερις γωνίες.

Ξάφνου έφεξε μπουκέτο από κρίνα
Ευώδιασε λευκό
Λύπη περίσσια ξέχειλη 
εξάγνισε το έλος
τα χείλη πια σα νούφαρα δε φτάνουν στον πυθμένα
η λίμνη μου κρυστάλλινη
στο πέρασμα ναρκίσσων.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Ο κόσμος των μισών




Θυμάμαι τότε που άδειασε το σπίτι
Νομίζω τότε ήταν που τα παράθυρα έγιναν κλειδαρότρυπες
και οι κλειδαρότρυπες παράθυρα.
Θυμάμαι που όταν ήθελα να δω ουρανό 
υποκλινόμουν σ' ένα κομμάτι.
Ύστερα μισό σύννεφο και μισό φεγγάρι
Τα ένωνα με 'κείνα του φεγγίτη
Περίμενα μερόνυχτα να ανοίξει η πόρτα.
Μισό φεγγάρι
Μισό σύννεφο
Μισό μήλο
Μισό λεπτό.
Μισός.
Και είπα θα γυρίσω
σε ένα ολόκληρο
και τώρα γρατζουνάω τις πόρτες
σαν σκύλος
σαν λύκος
σαν φως.
Να μπω;
Την ίδια θέση σκιές βημάτων χλευάζουν.
Μια πόρτα να χωρίζει τα άλλα απ'τα ίδια.
Απόψε σκιές δικάζουν.
Ηδονικά ακούς αηδόνια να σου τραγουδούν.
Χώρεσε ένας σκοπός ολόκληρος.
Κανείς δεν κρυφοκοίταξε την πλευρά αυτή
και γω που ήθελα με μάτια δυο
βλέμμα μισό
Με μάτια ορθάνοιχτα, του κόσμου των μισών απόκληρος.

Για πόσο να ζεις σκυφτός· ;

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Συμπληγάδες Του Στέρνου


Άραγε ποιό χέρι σπρώχνει τη θάλασσα και προκαλεί το κύμα
που σκάει στο βράχο και ξεδιψάει το αφυδατωμένο δέρμα του;
Το χέρι σου μου έριχνε νερό 
ενώ στεκόμουν γυμνή κάτω απ'τα κεραμύδια σου.
Κυλούσε το νερό και έγλειφε ολάκερο το κορμί μου
τα κύματα σου σκάγανε στις Συμπληγάδες Πέτρες μου
που ανοιγό-κλειναν και βούλιαζαν αβέβαιους ταξιδιώτες
στο άγνωστό μου πέλαγο.
Χρόνια θαμμένοι θησαυροί και στοιχιωμένα πλοία
στα πιο βαθειά και απόκρυμνα.
Απ'τα στήθη μου ανάμεσα πέταξε το άσπρο σου περιστέρι
και ύστερα με προσπέρασες σαν μια ταχεία ''Αργώ''
Σαν πεταλιοί,τα χείλη σου πάνω στα δύο μου βράχια
που μούγκριζαν με κάθε μου φύσημα
τους μάζεψε κάποιος ένα καλοκαίρι και έμειναν φιλήματα.
''Θα γυρίσω,δεν αργώ'' και πέρασε το σκαρί σου ανέπαφο
ο ασπιδωτός μύθος μου τώρα πια νέφελο
οι δυο μου βράχοι ακίνητοι 
πληγή εκτεθημένη στην αλμύρα
πέρασμα ανώφελο.

Το δείπνο.


 Σαν ζώα γρυλίζοντας μυριστήκαμε καλά
 για να βρισκόμαστε στα δάση
 το κυνήγι δε μυριστήκαμε
 αυτό που ξεσκίζει τη σάρκα σου 
 για να τη φάει σε δείπνο με κεριά επίσημο.
 Σε δείπνα μυστικά έρχονται και πάμε
 με προθέσεις ντυμένες και δεμένες φιόγκο
 στα χέρια.
 Τα δώρα σας πάρτε τα πίσω
 και τους καλούς σας τρόπους
 βγάλτε τα γιορτινά σας ρούχα,αυτά της επισκέψεως
 βρωμίστε τ'αστραφτερά παπούτσια σας
 και βγείτε απ'τις πόρτες και απ΄τα παράθυρα
 Ας σβήσουν τα κεριά
 η σάρκα που με τέχνη μαγειρεύτηκε ας κρυώσει.
 Στο λαιμό έχω ένα κόμπο 
 ο οισοφάγος καταρέει 
 και πόσα πια να καταπιεί;
 Κενές μείναν οι θέσεις σας στο κυκλικό τραπέζι
 και οι όμορφοι φιόγκοι σας τώρα λυτοί
 Οι δρόμοι είν'ανοιχτοί
 και τα σκυλιά δεμένα
 με άκομψους κόμπους ναυτικούς 
 που θα'θελες να δέσουν τους ανθρώπους σου
 κοντά σαν μια πιστή παρέα 
 που έχει εξημερωθεί τώρα αιώνες
 να γλείφει τις πληγές σου και συ να τη χαϊδεύεις.
 Οι επισκέπτες διώχτηκαν 
 και τα κεριά εσβήσαν 
 η σάρκα που μαγείρεψες 
 το κόκκινο σου μήλο έφτυσε
 που φίμωσε το στόμα
 και ξέσκισε το χέρι σου που πήγε να τ'αγγίξει.
 Σε δείπνο συμφιλίωσης- αίμα μη χυθεί
 ας πιωθεί εις υγείαν.

Πήμα και χαρά κυκλούσιν


 Από τα δάχτυλα 
 πήρα μορφή , βρήκα τοπίο
 Ορίστηκαν τα κομμάτια μου
 πριν γεννηθώ, γύρω στα χίλια.
 Κορνίζα και καρφί 
 με κρέμασαν στον τοίχο
 για να περνούν οι εποχές
 στολίδι το κατόρθωμά τους.
 Και όσο κι αν σιγουρεύτηκαν 
 πως το καρφί  εκράτη 
 την καθώς πρέπει εικόνα 
 Σαν παζλ που έπεσε
 σκόρπισαν τα κομμάτια
 και απλώθηκαν τα μάτια μου 
 στο πάτωμα του κόσμου
 απ'άκρη σ'άκρη, περίτεχνο μωσαϊκό.
 Άδεια η περίοπή τους θέση
 περαστικοί-επισκέπτες θαυμάζουν το λευκό.
 Χαμηλά τα μάτια μου
 το βλέμμα προς τα πάνω
 Κατακερματισμένη πια εικόνα 
 δέρμα με εκθύματα τραύματος
 Κοιτούν με αποστροφή.
 Με τον καιρό πήρα μορφή
 σχημάτισα τα άκρα μου.
Χίλια πήματα,πενθούντα άνθη.
Σφάλισαν τα δυο κομμάτια γης
Κάποτε ατένιζαν το μπλε με ζήλο 
ένα ρυάκι θάλλασα εφάνθη
Άνθρωπος με συναισθήματα
κρεμμάμενος στο ξύλο.




**( Ο πόνος και η χαρά κύκλο κάνουν-Σοφοκλής)

Άτιτλο


Το αίμα ξεραμένο είναι στο κρεβάτι
πάει καιρός που έχασε την παρθενιά του το κορίτσι
τώρα φρέσκο αίμα κάθε βήμα
γύρω απ'την κόρη τόσοι κύκλοι
μέτρησε φορές πολλές
αυξάνονται οι λύκοι
μοιράστηκε το κόκκινο σε χούφτες αρκετές.

Σακκούλες  με άρωμα λεβάντα
το πρώτο σκουπιδιάρικο προφταίνουν
στις χωματερές τα πτώματα
κάποτε σώματα που νοσταλγούσαν το πρωινό φως 
τα νύχια βρώμικα
ανέσυραν τα χέρια σου τα λείψανα που δίπλα σου ασθμαίνουν.
Πάλι έπαιζες με χώματα
σκορπίστηκε το γεράνι σε γλάστρες αδειανές

Τα θηρία

Αμόλησα τις τίγρεις και τα θηρία χωρίς προειδοποίηση μέσα στην κλειστή κάμαρα που αμίλητοι καθόμασταν και οι δυο χρόνια ολόκληρα και δε μετάνιωσα καθόλου που έσκισαν τις σάρκες μας , ήθελα να δω από τι υλικό ήταν φτιαγμένες και αν θα άντεχαν στα ακονισμένα νύχια τους. Τις ξέσκισαν και έψαχναν το μεζέ αχόρταγες στο βάθος τους, μα 'φύγαν πεινασμένες, αφού για χρόνια ολόκληρα είχε φαγωθεί και δεν είχε χυθεί ούτε λίγο αίμα. 

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Φυσικά.


Keep your splendid silent sun. (κάνε κλικ εδώ)
Distant Desire. (κάνε κλικ εδώ)



Τι να ουρλιάξω ; Φωνή βραχνή
Δε φτάνει ούτε ως τον βράχο απέναντι να μου τη φέρει πίσω.
Τυλιγμένη με επιδέσμους από βαμβάκι και στο στήθος
και στα μάτια να μην ανοίξουν, να μη δεχτούν.
Η ζέστη που συγκρατούν με κάνει να νοιώθω ήλιο.
Η ψύχρα που τους αγγίζει με κάνει να νοιώθω βράδυ.
Ακίνητη στη μέση δάσους γεμάτο δέντρα.
Ριζωμένη,ψιθυρίζω σε ξυλοκόπους να 'ρθουν να με πάρουν
και στην ξύλινη σάρκα τσεκούρι να μπήξουν να απελευθερωθεί η πνοή,να απελευθερωθεί η κραυγή.
Ριζωμένη,τις ρίζες δένω κόμπους στη γη και τους μετράω σαν σε κομποσκοίνι εν ώρα προσευχής.
Δεν είναι δέντρα οι άνθρωποι να τα ποτίζεις και να σε περιμένουν πάντα στην αυλή
με τα κλαδιά απλωμένα,με τα κλαδιά ανοιχτά.
Δεν είναι δέντρα οι άνθρωποι να μεγαλώνουν μαζί με 'σένα.
Δεν είναι δέντρα οι άνθρωποι να τα κλαδεύεις για να μπορείς να τα φτάνεις πατώντας απλά στις μύτες.
Μόνο να σκαρφαλώσεις πάνω τους μπορείς.
Και' γω ακίνητη.
Γρατζουνισμένα γόνατα και πληγιασμένα χέρια
ουλές βαθιές στον κορμό μαρτυρούν προσπάθεια επίμονη
να σκαρφαλώσω σε έναν κορμό αλλιώτικο,
σε έναν κορμό γυμνό,σε έναν κορμό που σκίαζε με πράσινα φιλιά την κάψα
που συγκρατούσε ρουφώντας το νερό,σκεπάζοντας μετρίαζε το κρύο
και που άνθη  δεν έβγαλε,ποτέ να μην τα δω.
Και τώρα το βάζο άδειο από άνθη επάνω στο τραπέζι.
Άφθονο νερό τρέχει απ'τη βρύση.
Άνθη μόνο ανάμεσα στις σελίδες για να συγκρατώ αποσπάσματα.
Λουλούδια ανάμεσα σε αποξηραμένους ήρωες.
Διαδικασία αντίστροφη και αντί για να μυρίζω ανθούς
οι γάζες πέφτουν κατάχαμα και τα κλαδάκια σπάνε
σπόρος έγινα ξανά ,υγρό χώμα αγκάλιασε με.